Έλα ένα ανούσιο, καίγεται ο κώλος μας!

Διάλειμμα στο ενδιάμεσο ειδικού ποινικού, και η Ε. με τη Μ. αφιερώνουν ατάκες του καθηγητή και έχουν λυθεί στα γέλια καθ' όλη τη διάρκεια του μαθήματος. Τον φαντάζονται ληστή, με πέτσινο και μαύρο σκούφο και το τσιγαριλίκι στο χέρι μόρτικα να τα πίνει με τα τσιράκια του. Φτυστός, σου λέω.

Ο διάδρομος παγώνει, όλα κινούνται σε σλόου μόσιον (όχι αυτό που προσφέρει ενέργεια), και σκάει μύτη το...παιδί. Η Μ. σταματάει να μιλάει, ξεροκαταπίνει και κοιτάει σα ζαλισμένο κοτόπουλο με αστράκια γύρω γύρω πρόθυμο να το ψήσουν εδώ και τώρα. Δεν αντιδρά, δε ξεφωνίζει, μόνο σπρώχνει επίμονα την Ε. "Ε, Ε, Ε!" Το άλλο ανυποψίαστο Μ. ρωτά απορημένο, "αυτός είναι?", μα το άλλο Μ. αρνείται να αφιερώσει κάποια απάντηση κανενός, χαμένη στη μετάφραση. "Αυτός είναι παιδί μου?" Τα νεύρα του καψουρεμένου Μ. σπάνε που δεν το αφήνουν στην ησυχία του να ξεροσταλιάζει και απαντά νευρικά "Εσύ τι λες!". Εν τω μεταξύ, το...παιδί χαιρετά με ένα βιαστικό χαμόγελο τους γύρω του, αυτάρκης και αδιάφορος, σχεδόν βιαστικός. Και τότε, σαν από μηχανής θεός γυρνάει ο Β. και ξεφουρνίζει ένα ξαφνικό:

"Μη μου πείτε ότι κοιτάτε αυτόν! Είναι χάλια!"

Τα δύο Μ και το Ε γυρνάνε ταυτόχρονα με αργές κινήσεις προς το μέρος του Β. και ξενερώνουν τη ζωή τους.

"Άντρες..."




My friends were enemies on stilts with their heads in cunning clouds



"Δε λέω πως δε γνώρισα τόπους.
Δε λέω πως δε θαύμασα τη φύση.
Πως δε στάθηκα με δέος μπροστά σε πόλεις, σε τοπία,
σε θάλασσες και βουνά.
Όμως, υπάρχει ένα μέρος...Που να πάρει...
Ένα μοναδικό μέρος.
Δεν είναι τόσο όμορφο. Ούτε σπάνιο.
Ούτε σταματά κανείς να το θαυμάσει.
Υπάρχει ένα μέρος...Που να πάρει..."

Ξεφυλλίζοντας τη σιωπή, Αλκυόνη Παπαδάκη

Being but men

Being but men, we walked into the trees
Afraid, letting our syllables be soft

For fear of waking the rooks,

For fear of coming
Noiselessly into a world of wings and cries.

If we were children we might climb,

Catch the rooks sleeping, and break no twig,
And, after the soft ascent,
Thrust out our heads above the branches,

To wonder at the unfailing stars.


Out of confusion, as the way is,

And the wonder that man knows,

Out of the chaos would come bliss.


That, then, is loveliness, we said,

Children in wonder watching the stars,
Is the aim and the end.


Being but men, we walked into the trees.



Dylan Thomas (1930-1932 Notebook)



Μακάρι να πονούσε



"...Όπως η σφαίρα που διαπερνάει το κορμί. Το τραύμα κλείνει, η ουλή μένει, και κάθε που αλλάζουν οι συνθήκες πονάει από την αρχή, κάθε φορά και δυνατότερα. Η ουλή πονάει πιότερο από την πληγή. Η ουλή είναι για πάντα..."

Φωτο-γραφίες

Τώρα που είμαι καθηλωμένη στο κρεβάτι, σκέφτηκα να μαζέψω μερικές μας φωτογραφίες, από τις άπειρες, και να φτιάξω ένα μικρό απόσπασμα. Δεν υπήρξα, όμως, υπομονετικό πλάσμα ποτέ μου, πώς θες να αλλάξω τώρα.

Φωτογραφίες. Νόμισμα με δύο όψεις, μια γλυκιά όλο θαλπωρή και γέλια και μια πικρή, παράξενη, κι απόμερη, μακρινή. Όπως και να 'χει, είναι μια ιστορία για τον καθένα. Άλλες τις κοιτάς και σχεδόν θυμάσαι τη σκηνή με την τελευταία λεπτομέρεια, τις μυρωδιές, τα χρώματα, τις ανάσες, κι άλλες τις χαζεύεις και δεν μπορείς να διανοηθείς ότι πράγματι χωρέσαν τα πρόσωπα αυτά στο ίδιο πλάνο την ίδια στιγμή, αδυνατείς να το φέρεις στη μνήμη σα γεγονός πραγματικό. Ύπουλο πράγμα οι φωτογραφίες, ειδικά απόψε.

Ξέρεις πως στόχος είναι να βγεις εκεί έξω και να τραβήξεις νέες, να γεμίσεις ακόμη μερικές σελίδες στο άλμπουμ των 'στιγμών', να τις χωρίσεις σε πολύχρωμες και μονόχρωμες. Οι πολύχρωμες σου κάνουν για πιο παιδικές, όλο πάρτυ και τούρτες και διακοπές και αρμύρα και φωνές και γέλια. Οι μονόχρωμες, είτε εναλλάσσονται το ασπρόμαυρο είτε το σέπια, είναι οι πιο ιδανικές, αυτές που το βλέμμα γαντζώνεται και δε λέει να προχωρήσει στην επόμενη και αναρωτιέσαι πράγματα ακατάληπτα. 'Υπήρξαμε?', 'Πόσο αλλάξαμε?', 'Θυμάσαι?', 'Τι να κάνει αυτή η ψυχή?'. Ξέρεις πως ο στόχος είναι το νέο υλικό, το νέο σου χαμόγελο και τα νέα σου ίσια πλέον μακριά μαλλιά. Μα έλα που απόψε σε τραβάν οι ήδη αποθηκευμένες στη μνήμη.

Μερικές αγκαλιά με φίλους αγαπημένους, σταθερή αξία χρόνια τώρα, μερικές αστείες, έχουμε φτιάξει ολάκερο γκρουπ με μερικές από δαύτες κι ας μην είμαστε πια, μερικές ανούσιες, τραβηγμένες από παραδρομή ή βαρεμάρα ή ακόμη και παιχνίδι, κυρίως τοπία παραμορφωμένα και πρόσωπα βαριεστημένα. Άλλες με χαμόγελα πρωτότυπα, τσαχπίνικα, λες 'δε μπορεί, δε θυμάμαι γιατί γελάω μα φαίνομαι σίγουρα ευτυχισμένος', άλλες με χαμόγελα στημένα, ίσως αμήχανα, μα τόσο όμορφα και ταιριαστά κι εύχεσαι να είχες το χρόνο να τα γνωρίσεις περισσότερο. Άλλες με δάκρυα, δάκρυα που κυλάνε από μάτια ζυγού αριθμού, άνθρωποι που δακρύζουν αγκαλιασμένοι και μόνο να τους αγαπήσεις μπορείς, αν δε σε λυγίσουν.

Ίσως και να φτιάξω ένα και να το χαρίσω εκεί που νομίζω ότι πρέπει πριν να φύγω. Έτσι, για να τους πεισμώσω που με αφήνουν να φύγω στα ξένα μακριά τους.



Είναι και μία που κοιτάμε στον ωκεανό απέναντι, και την αγαπώ. Έχουμε πολλά να δούμε ακόμα.

Καυτές ιστορίες

Πρωινό γκουχ-γκουχ και το κεφάλι ολίγον-τι καζάνι. Δε χρειάζομαι θερμόμετρα για να νιώσω ότι καίω. "Μπαμπάκαααα, δε θα πάω σχολή, αφήστε με να κοιμηθώ." Ενα πατ-πατ και ένα φιλί στο μέτωπο και "μηηηηηη, μείνε μακριά μου!" κι ύστερα το ασθενικό θερμόμετρο τοποθετείται ύπουλα στη θέση του για να κηρύξει πανηγυρικά την κατάντια μου. "Πόσο?" "Χα, χα, 38,7, χα, χα" δε μπορώ να συγκρατήσω τα γέλια μου, σωστό στουρνάρι δεν ξέρω καν προς τι ο γέλωτας. Αρρώστια είναι μωρή, όχι λούνα-παρκ. Στο παιχνίδι μπαίνουν τα γιατροσόφια της μαμάς, γιατρός στο επάγγελμα, άσχετα αν δε το σπούδασε ποτές, και δος του τα βότανα με ινδικές ονομασίες, τα τσάγια βουνού με γεύση ευκάλυπτο, οι κοτόσουπες φουλ στη λεμονορίγανη, οι χυμοί φρέσκο πορτοκάλι που μου προκαλούν αηδία και φυσικά τα ντεπόνια. "Μάνα, γιατί με γέννησες!" Κι ας λένε πως οι άρρωστοι είναι γκρινιάρηδες και ανυπόμονοι και όλα τα συναφή, όόόχι, αλήθεια σου λέω, είμαι ένα πλασματάκι τόσο δα υπομονετικό, κατεβάζω ό,τι μου δίνουνε χωρίς καμία αντίρρηση, και τους δίνω μόνο γκριμάτσες. Ήρεμα πράγματα, δηλαδής. Η αρρώστια με έχει τρελάνει, βέβαια, μια ρίγος μια φουλ στον ιδρώτα, ε ας αποφασίσει τέλος πάντων, τα μάτια πότε πονάνε οπότε απαιτώ παντζούρια και φώτα κλειστά, και σκοτάδι απόλυτο, πότε είναι μια χαρά οπότε δος του οι σειρές στην τηλεόραση που δεν παρακολουθώ ποτέ και που τις βαριέμαι θανάσιμα, δος του οι ελευθεροτυπίες και στο ντιμπέιτ "ντόρα ή σαμαράς?" εγώ απαντώ με χειρονομία ευπρεπέστατη. Κι είναι στιγμές που πονάει όλο μου το σώμα και κουρνιάζω σα σπουργιτάκι στα παπλώματα, κι αν κάνω τάχατις να σηκωθώ περπατάω σα γέρος σακάτης και ο μπαμπάς γελάει με την πάρτη μου και με φωνάζει "ταλαίπωρο". Αν έχεις το Θεό σου! Τώρα είναι ωραία, απολαμβάνω τα ανοιχτά παντζούρια μου, το αεράκι που το βλέπω μέσα από τα τζάμια να κουνά τα πορτοκαλιά φύλλα του καστανόδεντρου απ' έξω, ο ουρανός καθαρός, και περιμένω να γιάνω για να επιστρέψω στην καθημερινή κούρσα γιατί είναι πολλά αυτά που πρέπει να γίνουν, διάολε. Κι όλα πια παίρνουν το δρόμο τους. Μόνο, άσε με, μέχρι τότε, να πηγαίνω το βράδυ σα πεντάχρονο και να κουρνιάζω στο κρεβάτι ανάμεσα τους. "Θυμάσαι που το έκανες μικρή αυτό συνέχεια?" Συγκαταβατικό μουτράκι πηγαίνει πάνω-κάτω. Χαμογελάω. Λίγες μέρες εκτός, με φροντίδα και προδέρμ, τι άλλο?


Μια παλλόμενη καρδιά και μια τύχη κλωτσοσκούφι

Night all my lights are on..



έχει μόνο ένα χούι, βάνει τα γέλια σαν βλέπει άνθρωπο να κλαίει, θαρρείς της φαίνεται εικόνα φαιδρή και τη συναρπάζει. η ίδια δεν κλαίει ποτές, δε χαρίζει δάκρυο κανενός. μόνο βαθιά τη νύχτα, σαν παγώσει ο φθινοπωρινός αέρας, ακουμπά θλιμένα τα χείλη στην άχνα του παραθύρου και ρουφάει με τα μάτια τον κόσμο τριγύρω, κάνοντας τάχα να ταβήξει την προσοχή και την ευαισθησία του.



"Έτσι σ' αγάπησα κι όμως με πρόδωσες

και ζω συνέχεια με μια απορία

αν ήσουν όνειρο μέσα στα όνειρα

κι ένα ταξίδι μου στη φαντασία"




Back to Home Back to Top Mea Culpa. Theme ligneous by pure-essence.net. Bloggerized by Chica Blogger.